Από την CSR στην ESG: Μετάβαση από την «εθελοντική δράση» στην «τεκμηριωμένη λογοδοσία»

Για πολλά χρόνια, η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (CSR) αποτέλεσε τον κύριο τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αναδείκνυαν την κοινωνική τους συνεισφορά, μέσα από δράσεις στήριξης της κοινότητας, εκπαιδευτικά προγράμματα και περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες. Παρότι οι πρακτικές αυτές έχουν ουσιαστική αξία, συχνά αντιλαμβάνονταν ως παράλληλη δραστηριότητα, περισσότερο συνδεδεμένη με την εταιρική εικόνα και λιγότερο ενσωματωμένη στη βασική λειτουργία και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

“Σήμερα, οι απαιτήσεις των επενδυτών, των ρυθμιστικών αρχών, των πελατών και των εφοδιαστικών αλυσίδων οδηγούν σε μια σαφή μετατόπιση: οι επιχειρήσεις αξιολογούνται όχι μόνο  ως προς την οικονομική τους επίδοση, αλλά ως προς την ανθεκτικότητα και τον αντίκτυπό τους και για το κατά πόσο λειτουργούν υπεύθυνα και με συνέπεια. “

Αυτό ακριβώς εκφράζει η έννοια ESG (Περιβάλλον – Κοινωνία – Διακυβέρνηση). Την ενσωμάτωση της υπευθυνότητας στον τρόπο με τον οποίο παράγεται το αποτέλεσμα και δημιουργείται αξία.




Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά προβλήματα που συναντώνται στην εφαρμογή όμως, είναι η ετερογένεια των μετρήσεων. Διαφορετικοί αξιολογητές και πάροχοι δεδομένων μπορεί να καταλήγουν σε διαφορετικές αξιολογήσεις για την ίδια εταιρεία, ακριβώς επειδή χρησιμοποιούν διαφορετικούς ορισμούς, σύνολα δεικτών και μεθοδολογίες στάθμισης. Το αποτέλεσμα είναι μειωμένη συγκρισιμότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δυσκολία στην κατανόηση του τι πραγματικά αποτυπώνει κάθε βαθμολόγηση. Η ανάγκη για τυποποίηση δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα καθώς συνδέεται άμεσα με την αξιοπιστία της αγοράς, την πρόσβαση σε κεφάλαια και την ποιότητα των αποφάσεων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιχειρήσει να δώσει συστηματική λύση στο πρόβλημα αυτό μέσα από ένα νέο, δεσμευτικό πλαίσιο γνωστοποιήσεων. Κεντρικό κείμενο αποτελεί η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2464, γνωστή ως Οδηγία CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive), η οποία τροποποιεί το υφιστάμενο πλαίσιο εταιρικών αναφορών και διευρύνει σημαντικά τόσο το πεδίο εφαρμογής όσο και το βάθος των απαιτούμενων γνωστοποιήσεων βιωσιμότητας.

Η Οδηγία CSRD δεν περιορίζεται σε γενικές αρχές. Προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να καταρτίζουν τις γνωστοποιήσεις βιωσιμότητας σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Αναφοράς Βιωσιμότητας (ESRS – European Sustainability Reporting Standards). Τα πρότυπα αυτά θεσμοθετήθηκαν με τον Κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2023/2772 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος συμπληρώνει την Οδηγία 2013/34 ως προς τα πρότυπα αναφοράς βιωσιμότητας.

Με απλά λόγια, επιχειρείται η θεμελίωση ενός κοινού πλαισίου, όπου:

  • καθορίζονται ενιαίες θεματικές ενότητες και απαιτήσεις γνωστοποιήσεων,
  • ορίζονται συγκεκριμένα σημεία δεδομένων και η λογική παρουσίασής τους,
  • ενισχύεται η συνέπεια και η συγκρισιμότητα μεταξύ επιχειρήσεων και κλάδων.

Η ουσιαστική συνεισφορά του προτύπου ESRS στο πρόβλημα της «διαφορετικότητας των μετρήσεων» είναι ότι μετατρέπει την αναφορά βιωσιμότητας από ανομοιογενές σύνολο αφηγήσεων σε δομημένη, κανονιστικά προσδιορισμένη πληροφόρηση. Το πρότυπο ESRS προβλέπει γνωστοποιήσεις που καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τη διακυβέρνηση, τις πολιτικές, τη διαχείριση κινδύνων και ευκαιριών, τους στόχους, τις ενέργειες και (όπου απαιτείται) μετρήσιμα αποτελέσματα. Με αυτόν τον τρόπο, περιορίζεται η ασάφεια ως προς το «τι ακριβώς μετράμε» και ενισχύεται η δυνατότητα των ενδιαφερόμενων μερών να συγκρίνουν ομοειδείς πληροφορίες.

Ταυτόχρονα, η οδηγία CSRD εισάγει την απαίτηση η πληροφόρηση βιωσιμότητας να υπόκειται σε διασφάλιση (assurance), αρχικά σε επίπεδο περιορισμένης διασφάλισης, ώστε οι γνωστοποιήσεις να στηρίζονται σε τεκμηρίωση και ελεγκτική διαδικασία. Αυτό λειτουργεί ως πρόσθετος μηχανισμός αξιοπιστίας, μειώνοντας τον κίνδυνο ατεκμηρίωτων ισχυρισμών και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη της αγοράς.

Μια επιχείρηση που αποφασίζει να καταρτίσει απολογισμό βιωσιμότητας αποκτά, πρώτα απ’ όλα, ένα ενιαίο πλαίσιο διοίκησης για θέματα που έως σήμερα αντιμετωπίζονταν αποσπασματικά. Η απολογιστική έκθεση οδηγεί σε σαφέστερη εικόνα των επιπτώσεων, των κινδύνων και των ευκαιριών, σε καλύτερη εσωτερική οργάνωση δεδομένων και σε τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων.

Επιπλέον, ο απολογισμός λειτουργεί ως εργαλείο εξωστρέφειας και πρόσβασης στην αγορά. Οι απαιτήσεις διαφάνειας μεταφέρονται πλέον στην εφοδιαστική αλυσίδα, όπου μεγάλοι πελάτες, χρηματοδοτικοί φορείς και συνεργάτες ζητούν ολοένα συχνότερα τεκμηριωμένα στοιχεία βιωσιμότητας, προκειμένου να καλύψουν τις δικές τους υποχρεώσεις και να μειώσουν τον κίνδυνο στην αλυσίδα αξίας. Η επιχείρηση αποκτά συγκριτικό πλεονέκτημα σε προμήθειες, διαγωνισμούς και συνεργασίες, διευκολύνει τη συζήτηση με τράπεζες και επενδυτές και ενισχύει την εταιρική της φήμη με τρόπο ουσιαστικό.

Facebook
Twitter
LinkedIn
Pinterest